|
||||||
| Μιχάλης Χρυσοχοϊδης | |
| 01.01.07 | |
|
Είναι παιδιά μικροαστικών και μεσοαστικών οικογενειών: εργατοτεχνιτών και ιδιωτικών υπαλλήλων που κατάφεραν να βάλουν «κάτι» στην άκρη, μικροεπιχειρηματιών και στελεχών του ιδιωτικού τομέα, δημοσίων υπαλλήλων και εργαζομένων στις ΔΕΚΟ, ελεύθερων επαγγελματιών. Είναι κατά κύριο λόγο νέοι που οι ίδιοι και οι οικογένειές τους έχουν επενδύσει στη γνώση καταβάλλοντας υψηλά εκπαιδευτικά κόστη, με στόχο μια καλά αμοιβόμενη εργασία που θα επιτρέπει την επαγγελματική εξέλιξη όπως και την ικανοποίηση πιεστικών προσωπικών επιθυμιών. Δυστυχώς η κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα δεν τους ανταμείβει. Αν και πέρασαν πολλά χρόνια πίσω από τα θρανία, σήμερα βλέπουν τους κόπους τους να πηγαίνουν χαμένοι. Μαζί με τους ανειδίκευτους εργάτες συγκροτούν μια γενιά χαμηλόμισθων που αριθμεί περίπου 1,8 εκατομμύρια εργαζόμενους και αμείβεται με λιγότερα από 1000 ευρώ το μήνα. Από αυτούς περίπου 250,000 λαμβάνουν 600 ευρώ. Η γενιά του βασικού μισθού δουλεύει πολλές ώρες, αμείβεται πενιχρά και δυσκολεύεται να τα «βγάλει πέρα». Τα παλαιά δεδομένα της εργασιακής ανασφάλειας επέστρεψαν δριμύτερα και σήμερα βρίσκονται σε πλήρη ισχύ: επαναλαμβανόμενη εργασία χαμηλής ειδίκευσης, εκτεταμένο ωράριο με συστηματική υπερωριακή εργασία, χαμηλή αμοιβή και δεύτερη απασχόληση. Η παραοικονομία, η απόκρυψη εισοδημάτων, η εισφοροδιαφυγή σε συνδυασμό με την οικογενειακή εξάρτηση, αποτελούν ευρέως διαδεδομένες πρακτικές αύξησης του διαθέσιμου εισοδήματος, και έρχονται να συμπληρώσουν το κοινωνικό τοπίο της διαρκώς αυξανόμενης αβεβαιότητας και ανασφάλειας. Αυτή η γενιά ασφυκτιά. Βρίσκεται παγιδευμένη ανάμεσα στις ακόρεστες ανάγκες της και σ’ έναν παρωχημένο εργασιακό πολιτισμό που αδυνατεί να τις ικανοποιήσει. Τα παιδιά του βασικού μισθού κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου έχουν περισσότερες πιθανότητες να περιπέσουν στην κοινωνική κατηγορία των εργαζόμενων φτωχών παρά να ξεπεράσουν το οικονομικό στάτους που απέκτησαν οι γονείς τους. Παράλληλα είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν τα χρέη και τις «χρυσές» απαιτήσεις που συσσώρευσε η γενιά των μεσηλίκων και να στηρίζουν στους ώμους τους μια γενιά ηλικιωμένων που συνεχώς αυξάνεται. Έχουμε συνεπώς μπροστά μας ένα νέο κοινωνικό ζήτημα με πολλαπλές διαστάσεις, δημογραφικές, πολιτισμικές, κοινωνικές και πολιτικές. Έχουμε μπροστά μας μια αγνοημένη και σιωπηλή κοινωνική πλειοψηφία η οποία αναζητάει διέξοδο. Θέλει να ζήσει με το δικό της τρόπο και με δικά της μέσα τη δική της προσωπική ζωή. Τι μπορεί να γίνει; Μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν. Άμεσα μέτρα, όπως η νομική κατοχύρωση ενός υψηλότερου βασικού μισθού, προβλέπεται να έχουν περιορισμένη διάρκεια και αποτελεσματικότητα, εάν παράλληλά δε συνδυαστούν με σημαντικές αλλαγές στην πολιτική, την κοινωνία και την οικονομία. Οι παραδοσιακοί μηχανισμοί κοινωνικής και οικονομικής ανόδου, όπως «η θέση στο δημόσιο», η μικροεπιχειρηματικότητα, η παραοικονομία, η χαμηλής ειδίκευσης και μηδενικής καινοτομίας βιομηχανία, αλλά και ο παρασιτισμός σε βάρος της οικογένειας, έχουν εξαντλήσει τα όριά τους και δεν αρκούν πλέον για να βγάλουν τη γενιά των χαμηλόμισθων από το προσωπικό και επαγγελματικό τους αδιέξοδο. Ουσιαστικά το μέλλον αυτών των παιδιών συνδέεται με την ικανότητά μας ως κοινωνία να αναπτύξουμε ένα νέο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό πρότυπο. Μια τέτοια αλλαγή προτύπου, ικανή να στηρίξει ένα υψηλότερο επίπεδο εισοδήματος και καλύτερες συνθήκες εργασίας, ενδεικτικά προϋποθέτει την επίτευξη των ακόλουθων στρατηγικών στόχων:
Παράλληλα η νέα γενιά πρέπει να αναπτύξει τους δικούς της κοινωνικούς στόχους και να αποκτήσει διακριτή ιστορική και πολιτική ταυτότητα. Αν χρειαστεί οφείλει να έρθει σε ρήξη με το υπάρχον μεταπολιτευτικό πρότυπο ανάπτυξης. Άλλωστε η διέξοδος βρίσκεται στη ριζική αντιμετώπιση των παθογενειών της ελληνικής οικονομίας και της κοινωνίας που καθηλώνουν την προοπτική των νέων. Σε προτάσεις και πολιτικές πέρα και έξω από το αναμάσημα των παραδοσιακών συνταγών που προτείνουν η γεροντική αριστερά και η συντηρητική δεξιά. Αξίζει εδώ να αναφερθεί ότι το ΠΑΣΟΚ, ακολουθώντας ένα μεθοδικό πρόγραμμα αλλαγών στην οικονομία, κατάφερε για πρώτη φορά στη διάρκεια της μεταπολίτευσης, να αυξήσει τα πραγματικά εισοδήματα και τα ημερομίσθια για κάθε έτος από το 1994 έως το 2004. Σήμερα το κάλεσμα της γενιάς του βασικού μισθού αποτελεί μια κοινωνική και πολιτική πρόκληση, σαφώς μεγαλύτερων διαστάσεων, για όλους τους προοδευτικούς πολίτες, τη μεγάλη δημοκρατική παράταξη και το ΠΑΣΟΚ. Η γενιά του βασικού μισθού ακροβατεί στα όρια της σημερινής ελληνικής μεσαίας τάξης. Επιζητεί την ασφάλεια και τη βεβαιότητα των ανώτερων εισοδηματικά μεσαίων στρωμάτων. Απαιτεί κοινωνική δικαιοσύνη, βεβαιότητα προοπτικής και ισότητα ευκαιριών ζωής. Δεν ικανοποιείται με την πολιτική φλυαρία. Αντιθέτως αναζητά χειροπιαστά αποτελέσματα από την πολιτική. Αποτελεσματικές και δίκαιες λύσεις υπάρχουν. Εμείς μπορούμε να τις εφαρμόσουμε.
|